Σε μια Κύπρο που υποτίθεται πως μάχεται υπέρ του Διεθνούς Δικαίου και καταγγέλλει την κατοχή του βόρειου τμήματος της, είναι πλέον «αδίκημα» να εκφράσεις αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό. Αυτή είναι η θλιβερή πραγματικότητα που αποκαλύφθηκε ψες, όταν πολίτες οδηγήθηκαν στο κρατητήριο όχι επειδή προκάλεσαν επεισόδια, αλλά επειδή ύψωσαν —ειρηνικά— την παλαιστινιακή σημαία δεμένη σε μπαλόνια.
Το περιστατικό προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για την ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Σε μια χώρα που ιστορικά γνωρίζει τι σημαίνει προσφυγιά, κατοχή και εθνικός πόνος, η ποινικοποίηση μιας πράξης συνείδησης δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αντιθέτως, συνιστά έναν σοβαρό ολισθηρό δρόμο προς τον αυταρχισμό και τη φίμωση.
Η παλαιστινιακή σημαία δεν είναι πρόκληση. Είναι σύμβολο ενός δοκιμαζόμενου λαού που ζει υπό διαρκή πολιορκία, βομβαρδισμούς και απώλεια. Πρόκληση είναι να σωπαίνεις μπροστά σε αυτή τη βαρβαρότητα. Πρόκληση είναι η κρατική αδιαφορία για τα εγκλήματα που συντελούνται καθημερινά στη Γάζα. Και τελικά, πρόκληση είναι να αντιμετωπίζεις την ειρηνική διαμαρτυρία ως απειλή, αντί ως υπενθύμιση της κοινής μας ανθρωπιάς.
Ιδιαίτερα προκλητικό ήταν και το χρονικό πλαίσιο του συμβάντος: την ώρα που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απολάμβανε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, η Αστυνομία προχωρούσε στη σύλληψη πολιτών που απλώς αρνήθηκαν να σιωπήσουν μπροστά στην αδικία.
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από μια σημαία. Αντιθέτως, έχει να φοβηθεί από την υποκρισία, τη φίμωση και την επιλεκτική ευαισθησία. Δεν γίνεται να απαιτείς διεθνή στήριξη για το εθνικό σου ζήτημα και την ίδια στιγμή να διώκεις όσους στηρίζουν άλλα δίκαια αιτήματα ελευθερίας.
Η ανθρωπιά δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Και η αλληλεγγύη δεν ποινικοποιείται.






