Μεγάλη συνέντευξη στην Corriere Della Sera παραχώρησε o πρώην ποδοσφαιριστής της ομάδας μας Στέφαν Γιοβετιτς.
Ο Γιόβε θεωρεί την Κύπρο μας το ιδανικό μέρος για τον ίδιο και την οικογένεια του σε αυτή τη φάση της καριέρας του.
Όλα όσα είπε:
Στέφαν, πώς είναι η ζωή στην Κύπρο;
«Είναι το ιδανικό μέρος για μένα και την οικογένειά μου σε αυτή τη φάση της καριέρας μου. Είχα ανάγκη από περισσότερη ηρεμία και να παίζω ποδόσφαιρο για να το απολαμβάνω».
Έχεις ταξιδέψει πολύ. Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Ποιο ήταν το παιδικό σπυ όνειρο;
«Να παίξω στη Serie A, που τη δεκαετία του ’90 ήταν το καλύτερο πρωτάθλημα στον κόσμο».
Ως παιδί βίωσες και τον πόλεμο:
«Θυμάμαι τους βομβαρδισμούς. Είναι εμπειρίες που μένουν μέσα σου. Ήμουν μόνο ένα παιδί, αλλά με ανάγκασαν να μεγαλώσω πολύ γρήγορα».
Επιστρέφοντας στο ποδόσφαιρο, το 2007 η Ευρώπη άρχισε να σε… προσέχει:
«Υπήρχαν αρκετές ομάδες που ενδιαφέρονταν για μένα: η Γιουβέντους, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ».
Όμως επέλεξες τη Φιορεντίνα, όπου μεγαλούργησες:
«Ήταν η καλύτερη επιλογή. Ήμουν νέος, έπρεπε να παίζω και να αποκτήσω εμπειρίες. Ήταν το σωστό βήμα για την εξέλιξή μου. Στη Φιορεντίνα έζησα υπέροχες στιγμές. Φτάσαμε να ανταγωνιζόμαστε τις μεγάλες ομάδες και να αγωνιζόμαστε στο Champions League».
Στη Φιορεντίνα ήρθε και ο πρώτος σοβαρός τραυματισμός:
«Ήταν πολύ δύσκολο. Ήμουν ένας εικοσάχρονος που ζούσε την καλύτερη περίοδο της ζωής του. Με τον τραυματισμό στον χιαστό έμεινα εκτός για έναν ολόκληρο χρόνο. Δέκα μέρες πριν τραυματιστώ, ο μάνατζερ μου με είχε ενημερώσει για προτάσεις από την Ίντερ και τη Ρεάλ, αλλά δεν ένιωθα ακόμη έτοιμος. Μετά έπαθα τη ρήξη συνδέσμου».
Η αποχώρησή σου από τη Φιορεντίνα ήρθε αργότερα και όχι χωρίς αντιδράσεις:
«Διαστρέβλωσαν μια συνέντευξή μου. Θυμάμαι ακόμη τον τίτλο: “Αντίο Φλωρεντία, πάω στη Γιουβέντους”. Δεν είχα πει ποτέ αυτά τα λόγια. Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσα να πάω στο Τορίνο. Θα ήταν και πιο εύκολο για μένα. Όμως σεβόμουν υπερβολικά τη φανέλα της Φιορεντίνα».
Και πήγες στη Μάντσεστερ Σίτι, χωρίς όμως να ανταποκριθείς στις προσδοκίες. Τι δεν λειτούργησε;
«Δεν ήταν εύκολη η προσαρμογή. Ήταν ένα νέο πρωτάθλημα. Είχα να αντιμετωπίσω αρκετούς τραυματισμούς. Σε μια ομάδα γεμάτη πρωταθλητές, αν σταματήσεις λόγω προβλημάτων τραυματισμών, είναι δύσκολο να βρεις συνέχεια. Όμως όταν έπαιζα, απέδιδα καλά».
Μετά ήρθε η Ίντερ:
«Ο Μαντσίνι με ήθελε ήδη από την εποχή της Σίτι. Στο Μιλάνο ξεκίνησα πολύ δυνατά. Πιστεύω ότι ήταν μια θετική χρονιά για μένα».
Όμως για τον σύλλογο δεν ήταν εύκολα χρόνια:
«Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα είχε τερματίσει ένατη. Εκείνη τη χρονιά βγήκαμε τέταρτοι και μέχρι τον Ιανουάριο ήμασταν πρώτοι. Το πρόβλημα ήταν εκτός γηπέδου. Μέσα σε έναν χρόνο άλλαξαν τρεις πρόεδροι. Ήταν δύσκολο να υπάρχει σταθερότητα».
Αυτή τη σταθερότητα τη βρήκες στη Σεβίλλη. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποκτήθηκες με κανονική μεταγραφή:
«Σε έξι μήνες πέτυχα επτά γκολ. Ήθελα να μείνω εκεί και έκανα τα πάντα για να συμβεί. Ήμουν διατεθειμένος να μειώσω τον μισθό μου, αλλά η Σεβίλλη δεν μπορούσε να πληρώσει τα 13 εκατομμύρια ευρώ που ζητούσε η Ίντερ. Επέστρεψα στο Μιλάνο και έκανα την καλοκαιρινή προετοιμασία με τον Σπαλέτι. Δούλεψα εξαιρετικά και πίστευα ότι θα έβρισκα χώρο στην ομάδα. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά».
Πες μας περισσότερα γι’ αυτό:
«Άρχισαν οι αγώνες. Στον πρώτο ήμουν στον πάγκο, στον δεύτερο και στον τρίτο επίσης. Μίλησα μαζί του. Εκείνη τη στιγμή χρειαζόταν έναν παίκτη με διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα δικά μου. Μου είπε ότι ίσως άλλαζε γνώμη, αλλά θα χρειαζόταν χρόνος. Μου ζητούσε να περιμένω, όμως εγώ δεν είχα χρόνο να χάσω. Άξιζα να παίζω».
Μετά ήρθαν η Μονακό, η Χέρτα Βερολίνου και ο Ολυμπιακός. Στην Ελλάδα κατέκτησες το Conference League:
«Ήταν ένα απίστευτο συναίσθημα, ο πρώτος μου ευρωπαϊκός τίτλος. Ήρθε αργά, αλλά σε έναν μοναδικό σύλλογο. Και τον κατέκτησα μπροστά στα τρία μου παιδιά. Ήταν η πιο όμορφη επιτυχία της καριέρας μου».
Αφιέρωσες τη νίκη στον πατέρα σου:
«Έχουν περάσει επτά χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή. Είχαμε μια υπέροχη σχέση. Παρόλο που πέρασε τόσος καιρός, η θλίψη και ο πόνος παραμένουν. Του οφείλω πολλά. Ίσως αν ήμουν κοντά του τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Είναι μια μεγάλη μου λύπη».
Έχεις ευχαριστήσει πολλές φορές και τη σύζυγό σου. Πόσο σημαντική υπήρξε;
«Καθοριστική. Μόνο εκείνη ξέρει τι έχω περάσει. Ήταν δίπλα μου στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου: στον θάνατο του πατέρα μου και στην αποτυχία πρόκρισης του Μαυροβουνίου στο Μουντιάλ του 2018. Ήμασταν τόσο κοντά στο να πραγματοποιήσουμε το όνειρό μου. Μετά ήρθαν τα δύο τελευταία παιχνίδια. Τραυματίστηκα και χάσαμε και τα δύο. Ήταν η μεγαλύτερη αθλητική απογοήτευση της ζωής μου. Όμως θέλω να οδηγήσω τη χώρα μου είτε στο Παγκόσμιο Κύπελλο είτε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Γι’ αυτό συνεχίζω να παίζω».
Μιλώντας για το Μουντιάλ, ποιος θα το κατακτήσει;
«Η Ισπανία ή η Γαλλία».
Και μιλώντας για όνειρα, θα ήθελες να επιστρέψεις στη Φιορεντίνα;
«Ναι, θα ήταν ένα όμορφο κεφάλαιο στην ιστορία μου. Αλλά κανείς δεν με κάλεσε ποτέ ξανά».
Κοιτάζοντας πίσω, είσαι ικανοποιημένος από την καριέρα σου;
«Ναι. Ξέρω μέχρι πού θα μπορούσα να είχα φτάσει χωρίς τους τραυματισμούς. Είχα αρκετούς, δύο από αυτούς πολύ σοβαρούς. Ψυχολογικά δεν ήταν εύκολο, γιατί όταν τραυματίζεσαι επηρεάζεται και το μυαλό σου. Όμως τώρα, όταν σκέφτομαι τη διαδρομή μου, βλέπω μια μεγάλη προσωπική νίκη: πάντα επέστρεφα, πάντα στεκόμουν όρθιος παρά τις δυσκολίες. Ήμουν μαχητής. Θα μπορούσα να είχα σταματήσει εδώ και χρόνια, αλλά είμαι ακόμη εδώ».
Έχεις κάποια απωθημένα;
«Στο ποδόσφαιρο έδωσα πολλά, ίσως τα πάντα. Και ίσως στερήθηκα πάρα πολλές εμπειρίες. Δεν έδωσα στον εαυτό μου την ευκαιρία να ζήσει τη ζωή στο 100%. Σκεφτόμουν συνεχώς το ποδόσφαιρο. Δεν ξέρω πόσο καλό μου έκανε ψυχολογικά. Η γυναίκα μου με βοήθησε πολύ σε αυτό. Χάρη σε εκείνη άρχισα να απολαμβάνω περισσότερο τη ζωή. Έκανε τον Στέφαν πιο ώριμο και πιο συνειδητοποιημένο άνθρωπο».








